Search
  • Γλυκερία Κακούρη

Η Βάρκα

Το διήγημα «Η βάρκα» βραβεύθηκε στον 5ο διεθνή διαγωνισμό διηγήματος με θέμα «Στα όρια» από την ιστοσελίδα eyelands και τις εκδόσεις «Παράξενες Μέρες». Συμπεριλήφθηκε στη συλλογική έκδοση «Ιστορίες στα όρια», εκδόσεις «Παράξενες Μέρες», Νοέμβριος 2015


Σκόπευα να φύγω, όταν είδα πίσω από την προκυμαία τη βάρκα. Εγκαταλελειμμένη στο έλεος των εκάστοτε καιρικών συνθηκών, σαπισμένη, καλυμμένη με σκόνη, ανήμπορη να ξεφύγει από την ακινησία. Ανυπόφορο για ένα πλεούμενο.

Κάτι με μαγνήτιζε προς το μέρος της. Πλησίασα. Άγγιξα το σκαρί της, προσπάθησα να ανέβω. Έτριξε ολόκληρη σα να ήθελε να μου μιλήσει. Τότε είδα την ξεθωριασμένη επιγραφή: «Η στοιχειωμένη βάρκα». Ανατρίχιασα. Και θέλησα να μάθω.

-Μην πλησιάζεις τη βάρκα του τρελού!

-Του τρελού;

-Ναι. Ήταν η βάρκα του Ανέστη.

Κάποτε ο Ανέστης στεκόταν μπροστά σ’ αυτή τη στοιχειωμένη βάρκα. Σαν και μένα. Την χάιδευε απαλά, ήθελε να της μιλήσει, αλλά κόμπιαζε. Κάθε φορά που το επιχειρούσε, ένας κόμπος ανέβαινε στο λαιμό, τον έπνιγε. Με ποιες λέξεις να απευθυνθεί σε ένα πλεούμενο, σε μια λικνιστή νεράιδα που αγαπούσε το νερό, όταν ο ίδιος το φοβόταν;

Αυτή η βάρκα ανήκε στους γονείς του. Σ’ αυτήν γνωρίστηκαν, μέσα της γεννήθηκε ο έρωτάς τους, μ’ αυτήν πήγαιναν βαρκάδες ως την απέναντι ακρογιαλιά, έβγαζαν το ψωμί τους, μεγάλωσαν τους δυο γιους τους. Ως την αποφράδα μέρα.

Ίσως είδαν κάτι που δεν έπρεπε. Ίσως μια παράνομη συναλλαγή, μια λαθραία αποβίβαση, κάτι ακραίο στην άκρη της θάλασσας. Κι η βάρκα επέστρεψε στην ακρογιαλιά χωρίς αυτούς.

Κανείς δεν απάντησε στα απαγορευτικά ερωτήματα. Κανείς δεν εξήγησε τίποτε στον εφτάχρονο τότε Ανέστη. Και κείνος προσπαθούσε να βρει στη στοιχειωμένη βάρκα τις απαντήσεις που ζητούσε. Προσπαθούσε να πείσει τη θάλασσα να του αποκαλύψει το μυστικό της. Μάταια. Έκτοτε ο Ανέστης τη μίσησε και δεν ξαναμπήκε μέσα της ποτέ του.

Μεγάλωσε με μια ψυχρή θεία και έναν απόμακρο μεγάλο αδερφό, που πήρε τη θέση ενός σκληρού πατέρα. Λεφτά, σπίτι, δουλειές, όλα στα χέρια του. Ο Ανέστης τίποτε. Δεν έμπαινε στη θάλασσα, δε μπορούσε να ψαρέψει, άρα ούτε να προσφέρει. Άλλοι τον φρόντιζαν, άλλοι έπαιρναν αποφάσεις για κείνον.

Ο Ανέστης μιλούσε μόνο με τα κύματα και με τους γλάρους. Περνούσε την ώρα του στην ακρογιαλιά χωρίς να αγγίζει το νερό. Κάποιοι τον είδαν να παραμιλά, να κλαίει και να αγκαλιάζει τη στοιχειωμένη βάρκα. Τρόμαξαν. Από τότε τον βάφτισαν αλαφροΐσκιωτο, τον απέφευγαν συστηματικά και τον μείωναν με κάθε ευκαιρία.

Ο Ανέστης δεν έδινε σημασία. Βαθιά μέσα του πίστευε στον εαυτό του. Πίστευε ότι κάποια μέρα, θα κατάφερνε να κάνει την υπέρβαση, κι ας μην τον υπολόγιζαν.

Εκείνη τη μέρα είχε πολλά να πει στη βάρκα του. Λόγια, που δεν πρόλαβε να πει στους γονείς του. Η έλλειψή τους του έγδερνε τη ψυχή, η παρουσία της βάρκας απάλυνε τον πόνο. Πήδηξε στην κουπαστή και τρόμαξε. Δυο ταλαιπωρημένα κορμιά ζητούσαν καταφύγιο. Ένας άνδρας και μια γυναίκα…

-Ποιοι είστε; Τι ζητάτε στη βάρκα μου;

Δε μιλούσαν ελληνικά, ζητούσαν ψωμί και νερό…

-Το βράδυ θα έρθουν κι άλλοι. Μη μας προδώσεις…

-Πρέπει να φύγετε από δω. Θα σας συλλάβουν!

-Μη μας προδώσεις…

Τους έδωσε ψωμί και νερό. Και λίγα ψάρια κρυφά από τον αδερφό του. Τους οδήγησε σε μια αθέατη ψαροκαλύβα να περάσουν τη νύχτα τους. Ύστερα έφυγε.

Στο δρόμο για το σπίτι του έπεσε πάνω σε μια συμμορία. Τους ήξερε. Ήταν οι γόηδες του νησιού, οι «πολλά» αρσενικοί. Αυτοί που τον κορόιδευαν.

-Τι θέλετε από μένα;

-Δεν ντρέπεσαι να ταΐζεις τους λαθρομετανάστες;

-Γιατί να ντραπώ; Είναι κι αυτοί άνθρωποι.

Μ’ ένα νεύμα του αρχηγού τον κύκλωσαν. Ο Ανέστης δεν καταλάβαινε. Τα αγαθά του μάτια μεγάλωσαν από τον τρόμο. Έβλεπαν πράματα και συμπεριφορές, που δε μπορούσε να συλλάβει ο νους του.

-Μα γιατί;…

Με την πρώτη μπουνιά έπεσε κάτω. Μάτωσαν τα χείλη του, δεν αντιστάθηκε. Έφαγε και μια γερή κλωτσιά στα πλευρά. Ήθελε να τσιρίξει από τον πόνο, μα κρατήθηκε. Δεν θα τους έδινε τη χαρά να τον δουν ηττημένο.

Έφυγαν βρίζοντας και περιγελώντας τον.

Σύρθηκε με δυσκολία ως το σπίτι με το πρόσωπο πρησμένο. Η ψυχρή θεία, που έκανε την θρησκευόμενη, τον κατσάδιασε για τα καλά, ο αδερφός του τον αποτέλειωσε.

-Μας περιγελά όλο το νησί με τις βλακείες σου!

-Τι έκανα;

-Τι δουλειά είχες εσύ μαζί τους, ε; Δεν το ξέρεις ότι είναι άσχημη φάρα; Έρχονται εδώ και μας πνίγουν! Αυτοί μπορεί να σκότωσαν τους γονείς μας!

-Αυτοί ή οι μεγαλοκαρχαρίες, που τους εκμεταλλεύονται;

-Ώστε αυτή την ιδέα έχεις;… Ας είχα κι εγώ ένα μεγάλο καΐκι και θα τους κουβαλούσα κατά εκατοντάδες εδώ, να ζεσταθεί η τσεπούλα μου. Φτωχαδάκια είναι και οι μεγαλοκαρχαρίες σου, αδερφέ, μεροδούλι, μεροφάι! Τι νόμιζες; Θέλουν κι αυτοί γερή ψαριά για να χορτάσουν!

-Και τρώνε τους πιο αδύναμους!

-Με γεια τους και χαρά τους! Έτσι είναι ο νόμος της φύσης!

Ο Ανέστης τον κοίταζε έντρομος. Λες και τον έβλεπε για πρώτη φορά.

-Δεν είσαι αδερφός μου εσύ!

-Γιατί, είσαι συ; Ο αγαθός του νησιού, ο περίγελος όλων; Ξέρεις τι λένε για τη χάρη σου; Ε, λοιπόν, μάθε τα! Τρελό σε ανεβάζουν, αλαφροΐσκιωτο σε κατεβάζουν! Ντροπιάζεις το όνομα της οικογένειας. Ο χαραμοφάης, ο δειλός, ο κλαψιάρης, που κάθεται και μιλά με τις βάρκες και τα πουλιά! Στη θάλασσα, όμως, δε μπαίνει για να δει πώς βγαίνει το ψωμί, γέννημα-θρέμμα ψαριανών και απαρνείται το νερό! Αν έχεις τα κότσια, μπες στη στοιχειωμένη βάρκα, πέσε στο νερό, πάλεψε, γεύσου τη ζωή, κι ύστερα κάνε κήρυγμα για δυνατούς και αδύναμους!

Λυγμοί ανέβαιναν στο λαιμό του Ανέστη, τους κατάπινε έναν-έναν άγαρμπα, έσφιγγε τα δόντια, έσφιγγε τις γροθιές. Ήταν αδύναμος και το ήξερε, έρμαιο του ανέμου, ιδεαλιστής και ουτοπιστής, αλαφροΐσκιωτος.

-Μπες στη στοιχειωμένη βάρκα, αν τολμάς!

Τα δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα ελεύθερα, έπεσαν τα προσχήματα, πετάχτηκαν οι μάσκες. Ο αγαθός του χωριού, ο τρελός του νησιού, ο ονειροπαρμένος… Που αγωνιά για το ανέφικτο χωρίς πραγματική μάχη με τα κύματα…

Μεσάνυχτα έφτασε στην αγαπημένη του βάρκα. Στον αδειανό τάφο των γονιών του. Έσκαψε με μανία τριγύρω, να ανοίξει δρόμο στην άμμο, να την τραβήξει στη θάλασσα. Χρειαζόταν η δύναμη περισσότερων ανδρών για να βγει η κοιμώμενη βάρκα από την ακινησία ετών. Όσο αντιστεκόταν εκείνη, τόσο πείσμωνε ο Ανέστης. Απόψε θα ξεπερνούσε τον εαυτό του. Το ήξερε.

Στην απέναντι ακρογιαλιά της ξένης χώρας, τα φώτα της πολιτείας τρεμόσβηναν. Σκιερές σιλουέτες πηγαινοέρχονταν στην προκυμαία. Ήταν οι φίλοι και οι συγγενείς του ζευγαριού, που βοήθησε ο Ανέστης. Ήταν ο γαμπρός τους, η κόρη τους και το εγγόνι τους. Η κόρη δεν είχε δει ως τότε θάλασσα, δεν είχε μπει σε βάρκα. Φοβόταν.

-Μαμά, πότε θα ξεκινήσουμε;

-Σε λίγο, παιδί μου…

Ο Ανέστης ένιωθε την αγωνία της άγνωστης κοπέλας. Αφουγκραζόταν την καρδιά των λαθρομεταναστών. Δίκαια τον κατηγορούσαν στο χωριό για διαφορετικότητα. Ένας λογικός άνθρωπος δεν αισθάνεται έτσι, δεν παρασύρεται, δεν σκέφτεται με την καρδιά αλλά με το νου. Ο Ανέστης έβλεπε κι ένιωθε πράγματα, που οι άλλοι αγνοούσαν.

Κοίταζε το πέλαγος με μάτια βουρκωμένα. Παράξενη η λάμψη τους μέσα στο σκοτάδι. Αλλιώτικο το καρδιοχτύπι του απόψε. Συντονιζόταν με το ρυθμό της θάλασσας. Με το χορό του νερού και του θανάτου.

-Μαμά, θα ξεκινήσουμε;

Η κοπέλα φοβόταν, αλλά έπρεπε να νικήσει τους φόβους της μπροστά στο παιδί. Έπρεπε να προτάξει τη λογική.

-Μπες στη βάρκα, παιδί μου.

-Θα είμαστε ασφαλείς;

-Ναι… Θα πάμε στον παππού και στη γιαγιά, μας περιμένουν στο νησί, απέναντι… Είμαι σίγουρη ότι μας περιμένουν.

-Εκεί είναι ο Παράδεισος, μαμά;

-Εκεί είναι…

Ο σύζυγος τους έβαλε στη βάρκα. Δεν ήταν πολύ μεγάλη αλλά στοιβάχτηκαν πάνω από τριάντα άτομα. Έγειρε ξάφνου από τη μια μεριά, τσίριξαν οι γυναίκες.

-Τσιμουδιά! Ξεκινάμε!

Ο Ανέστης είχε ήδη σπρώξει τη βάρκα στο νερό.

-Ξεκινάω!

Ταλαντεύτηκε για λίγο η βάρκα, έπιασε τα κουπιά ο Ανέστης, ξεκίνησε. Ναι, ήταν γεγονός! Έπλεε πάνω στο νερό, φούσκωσε το στήθος από περηφάνια, η καρδιά από άγρια χαρά.

-Τα κατάφερα! Τα κατάφερα!

-Τα καταφέραμε! Όπου να ’ναι, φτάνουμε, πατριώτες!

Έσχιζε η κατάμεστη βάρκα τα νερά, δεκάδες μάτια τρεμόπαιζαν και καρτερούσαν.

Όλο και τραβούσε το κουπί ο Ανέστης, όλο και απομακρυνόταν από το νησί και χανόταν στο πηχτό σκοτάδι.

-Πού είσαι, αδερφέ μου, να με δεις; Πού είστε, πατριώτες; Εγώ είμαι ο Ανέστης, ο τρελός! Εγώ, που φοβάμαι το νερό! Εγώ, το άχρηστο χαρτί, ο αλαφρόμυαλος! Κοιτάξτε με, λοιπόν! Κοιτάξτε με!

Η βάρκα με τους μετανάστες πλησίαζε στο νησί, σπαρταρούσαν σαν τα αγκιστρωμένα ψάρια οι στεριανές καρδιές. Λόγια ψιθυριστά ανέβαιναν στον ουρανό, μπλέκονταν οι προσευχές με εκφράσεις ανησυχίας, δειλία και θάρρος πιάνονταν χέρι-χέρι και πορεύονταν.

Αγκάλιασε σφιχτά η μάνα το παιδί να το ζεστάνει, κι ας πάλευε με τα θεόρατα κύματα της ψυχής της. Γαλήνια η θάλασσα, μα αυτή έβλεπε παντού κύματα γιγάντια, έτοιμα να τους καταπιούν. Έπρεπε να διασχίσουν μια εσωτερική Κόλαση για να ανταμειφθούν, έπρεπε να παλέψουν για να τα καταφέρουν.

Ένας γδούπος τάραξε τη φαινομενική σιωπή, ένας αθέατος βράχος σκότωσε εντός δευτερολέπτων κάθε προσδοκία. Ταλαντεύτηκε άγαρμπα το νήμα της ζωής, τινάχτηκαν απροστάτευτες στον αέρα οι ψυχές, χωρίς αποκούμπι, χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Άρχισε η καθοδική πορεία προς το θάνατο, πτώση ελεύθερη, απαλλαγμένη από μικρότερες έννοιες.

-Μαμά! Μαμά!

Η φωνή του ξεπήδησε πνιχτά απ’ το λαιμό, το βαριά ντυμένο σωματάκι βούλιαζε, η στάθμη του νερού ανέβαινε ως το μέτωπο. Δεν ήξερε κολύμπι η μάνα, δεν είχε δει ποτέ της θάλασσα. Θα το μάθαινε εκείνη τη στιγμή! Πέταξε τα ρούχα, πέταξε το φόβο και χίμηξε στη θάλασσα σαν άγρια περιστέρα, κινούμενη μόνο από το μητρικό της ένστικτο, που εκείνη τη στιγμή λάβαινε πρωτόγονες διαστάσεις. Κρύωσε στο νερό, θόλωσαν τα μάτια, μπούκωσε ο λαιμός, κάτι την τραβούσε προς τον πάτο, επιστράτευσε κάθε ψυχικό απόθεμα για να επανέλθει, να ανέβει προς την επιφάνεια, να νικήσει.

Ή τώρα ή ποτέ. Ο Ανέστης είδε την αναποδογυρισμένη βάρκα των μεταναστών, ανθρώπους να ουρλιάζουν και να πηδούν στη θάλασσα, να χάνουν τους εαυτούς τους και ενίοτε την ανθρωπιά τους, να κρατιούνται ο ένας απ’ τον άλλον πανικόβλητοι σαν μια μακριά βαριά αλυσίδα, που κάθε κρίκος της βυθιζόταν μοιρολατρικά, έχοντας πρώτα βυθίσει τον προηγούμενο. Αν πλησίαζε, θα μπατάριζε και η δική του βάρκα, αν έφευγε, δεν θα συγχωρούσε τον εαυτό του. Έπιασε το κινητό, κάλεσε χωρίς δεύτερη σκέψη τον αδερφό του.

-Φώναξε το λιμενικό, πνίγονται άνθρωποι!

-Ανέστη, πού βρίσκεσαι; Τι σκαρώνεις πάλι;

-Κάλεσε βοήθεια!... Είναι και αυτοί άνθρωποι!

Κάθε φόβος υποχώρησε, κάθε αίσθηση κινδύνου τον εγκατέλειψε. Αν ήθελε να λέγεται άνθρωπος, έπρεπε να ξεπεράσει τον εαυτό του, την αντοχή του, τα όριά του. Έπρεπε να πλησιάσει, να βουτήξει στη θάλασσα, που τόσο φοβόταν, να βοηθήσει εδώ και τώρα.

Χέρια σάλευαν απεγνωσμένα, μάτια εκλιπαρούσαν δακρυσμένα, φωνές υψώνονταν στον ουρανό ικετεύοντας. Θα γινόταν αυτός ένας μικρός θεός, ο σωτήρας τους. Ο ασήμαντος, ο ταπεινός, ο ελαφρόμυαλος Ανέστης.

Άρπαξε με υπεράνθρωπη προσπάθεια μια μάνα, που σφιχταγκάλιαζε το παιδί της, τους ανέβασε στη βάρκα. Επιχείρησαν να ανέβουν κι άλλοι κλαίγοντας και τουρτουρίζοντας. Ένα παλικαράκι φώναζε πανικόβλητο, κανείς δεν βρισκόταν να βοηθήσει. Μόνο ο Ανέστης βρέθηκε. Από τη στιγμή που έφτασε στα όριά του, τίποτε δεν τον συγκρατούσε.

Πέταξε τα ρούχα, τυλίχτηκε στο συναίσθημα. Οπλίστηκε άξαφνα με δύναμη, που ποτέ δεν πίστευε ότι είχε. Η πίστη του έδωσε φτερά, του έδωσε ώθηση για το μεγάλο άλμα, το τελευταίο, το οδυνηρό, που κανείς δεν εγγυάται για την κατάληξή του.

Έπεσε με πάταγο στο νερό, όδευε κατευθείαν στο βυθό, σα να είχε βαρίδια στα πόδια, όπως πριν από λίγο η μάνα. Πάλευε, ήθελε, πίστευε. Μπορεί στο τέλος και να τα κατάφερνε. Μπορεί και να νικούσε. Όμως, δε βρέθηκε άλλος Ανέστης να τον σώσει.

Βγήκε στην επιφάνεια, έπιασε απ’ τον ώμο το παλικάρι, που πνιγόταν, προσπάθησε να κρατήσει το κεφάλι έξω από το νερό, αλλά βρέθηκαν κι άλλοι γύρω του, να ζητούν βοήθεια από κάποιον, που δεν ήξερε κολύμπι. Κάποιος τον έπιασε απ’ τα μαλλιά, ένας άλλος τον τράβηξε απ’ το χέρι, κάποιος τρίτος του κράτησε το πόδι. Κι όλοι μαζί μπλέχτηκαν, χέρια, πόδια, κεφάλια, τρομαγμένες καρδιές που σπαρταρούσαν, νερά που εισχώρησαν σε κάθε μέρος των κορμιών, τα περιέζωσαν βασανιστικά, τα τύλιξαν ασφυκτικά, τα κράτησαν κοντά τους. Παντοτινά.

Το πρωί η στοιχειωμένη βάρκα, οδηγημένη από το θαλασσινό αγέρι, προσάραξε στο γνωστό λιμάνι, σα να ήταν πιστό σκυλάκι, που γύριζε στο αγαπημένο μέρος του αφεντικού του. Μονάχα που εκείνος δεν ήταν πια εκεί, για ν’ αντικρίσει τους καρπούς των προσπαθειών του.

Η μάνα και το παιδί, προφυλαγμένοι όλη νύχτα στη ζεστή αγκαλιά της βάρκας, πάτησαν με ανακούφιση το πόδι τους στη στεριά. Έσκυψαν και φίλησαν το χώμα με συγκίνηση. Το πότισαν με ευχαριστήρια δάκρυα.

Ήταν η επόμενη μέρα. Η νηνεμία μετά την καταιγίδα. Η ηθική αγαλλίαση μετά την άρση των ορίων.

Λίγο αργότερα βρήκαν και τους παππούδες. Ήταν οι μόνοι από τους μετανάστες, που σώθηκαν.

Ο μεγάλος αδερφός και η θρησκευόμενη θεία έψαχναν για μέρες τον Ανέστη. Ήταν αδύνατον να πιστέψουν ότι ο άβουλος Ανέστης είχε ξεπεράσει τον εαυτό του. Ότι είχε προβεί σε πράξεις αδιανόητες για τους κοινούς θνητούς, άφταστες για όσους παρίσταναν τους σπουδαίους και τους γενναίους. Και φυσικά, δε θα μπορούσαν να φανταστούν ότι εκείνος ήταν πολύ ευτυχισμένος…

Από τότε η στοιχειωμένη βάρκα, που έσωσε δυο ψυχές, αφέθηκε μόνη της στην παραλία, έρμαιο των καιρικών διαθέσεων. Κοιμάται ήσυχη κάτω από τη σκόνη καρτερώντας τον αλαφροΐσκιωτο αφέντη της. Ίσως πού και πού να την επισκέπτεται ακόμα, ποιος ξέρει;

-Μην πλησιάζεις τη βάρκα του τρελού!

-Του τρελού;

Του συνετού, θα διόρθωνα εγώ. Γιατί οι μεγαλύτερες τρέλες πραγματοποιούνται από τους πιο συνετούς.

7 views0 comments
 

Subscribe Form

  • Facebook
  • Twitter
  • Instagram

©2020 by glykeriakakouri. Proudly created with Wix.com